Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακή τρίτη ἀπό τοῦ Πάσχα, τὴν τῶν ἁγίων γυναικῶν Μυροφόρων ἑορτήν ἑορτάζομεν, ἔτι δὲ μνείαν ποιούμεθα καὶ τοῦ ἐξ Ἀριμαθαίας Ἰωσήφ, ὅς ἦν μαθητής κεκρυμμένος, προς δὲ, καὶ τοῦ νυκτερινοῦ μαθητοῦ Νικοδήμου.
Στίχοι: Χριστῷ φέρουσιν αἱ Μαθήτριαι μῦρα.
Ἐγώ δέ ταύταις ὕμνον, ὡς μῦρον φέρω.
Πρώτη Μυροφόρος είναι η Παναγία Θεοτόκος, ως πρώτη ιδούσα την Ανάσταση, μετά η Μαρία η Μαγδαληνή, από την οποία ο Χριστός είχε βγάλει επτά δαιμόνια (22 Ιουλίου), η Σαλώμη, κόρη του Ιωσήφ του Μνήστορος και μητέρα των Αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννου του Θεολόγου, υιών του Ζεβεδαίου, και πρώτη εξαδέλφη της Παναγίας (3 Αυγούστου), η Ιωάννα η γυναίκα του Χουζά, ο οποίος ήταν επίτροπος και οικονόμος στην οικία του βασιλιά Ηρώδη, (27 Ιουνίου), η Μάρθα και η Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου (4 Ιουνίου), η Μαρία η γυναίκα του Κλωπά (23 Μαΐου) και η Σωσάννα. Και οι «ευσχήμονες βουλευτές» Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας (31 Ιουλίου), και Νικόδημος ο νυχτερινός μαθητής του Ιησού.
Ας αναλογιστούμε την Ανάσταση, του Κυρίου Ιησού Χριστού. Οι μυροφόρες, μύρα φέρουσαι και αρώματα, προσεγγίζουν το μνήμα για να χρίσουν τον Κύριο, ο οποίος είναι το ευώδες άρωμα του ουρανού και της γης! Ο άγγελος αναγγέλλει σ’ αυτές την Ανάσταση του Κυρίου λέγοντας: Τί ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών; (Λουκ. 24,5)
Στο Άσμα Ασμάτων λέγεται: «Μῦρον ἀκένωτον ὄνομά σου» (α’ 3). «Μῦρον ἀκένωτον» το Όνομα «ΙΗΣΟΥΣ», δόξα και χαρά ανερμήνευτος, κάλλος αμήχανον, τιμή ακατανόητος, θεία αγάπη ανέκφραστος. Να, λοιπόν, το έαρ το μυροβόλον και άκτιστον της Νοεράς Καρδιακής προσευχής. Και πάντα ταύτα από το «ἐκκενωθέν μῦρον» του Παναγίου Πνεύματος, του Ονόματος του Ιησού, του λαλουμένου εντός ημών εκ της καθαράς καρδίας, της τετρωμένης εκ του θείου έρωτος…»
Έτσι μυροφόροι δεν είναι μόνο οι γυναίκες εκείνες, που πήγαν στον Τάφο του Χριστού με μύρα, αλλά είναι όλη η ανθρώπινη φύση και ιδιαιτέρως όσοι ζουν μυστηριακά μέσα στην Εκκλησία. Αυτοί δεν κρατούν απλώς στα χέρια τους τα μύρα, αλλά έχουν μέσα στην καρδιά τους το μύρο το ακένωτο, τον Χριστό. Δεν έχουν απλώς τις αρετές της καλωσύνης, της αγάπης, της αληθείας, αλλά τον Ίδιο τον Χριστό, που είναι η Καλωσύνη, η Αγάπη και η Αλήθεια. Η Χάρη του Χριστού που υπάρχει στην καρδιά τους ξεχύνεται και στο σώμα, ώστε δεν είναι απλά μυροδοχεία, αλλά και αυτά τα σώματά τους μεταμορφώνονται σε μύρα. Μυροφόρος είναι εκείνος που έχει εσωτερική αδιάλειπτη προσευχή, που φέρει μέσα στην καρδιά του το μύρο το ακένωτο, τον Χριστό και τέτοιοι ήταν και είναι όλοι οι άγιοι.
Κύριε, είσαι το μόνο άρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης!… Πόσο πλούσια και θαυμαστά αποζημιώνεις τις αφοσιωμένες ψυχές που δεν σε ξέχασαν νεκρό μέσα στο μνήμα Σου! Έκανες τις Μυροφόρες γυναίκες φορείς του αγγέλματος της Ανάστασης και της δόξας Σου... Εσύ έχρισες τις ζωντανές ψυχές τους με το μύρο της χαράς. Εκείνες που θρηνούσαν το νεκρό Κύριο, έγιναν χελιδόνια της καινούργιας άνοιξης, άγιοι στην ουράνια βασιλεία Σου.
Αναστημένε Κύριε, με τις προσευχές τους ελέησέ μας, σώσε μας, ώστε να σε δοξάζουμε μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα τώρα και πάντα και τους αιώνες των αιώνων! Αμήν.
ΠΗΓΗ: Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Γ΄, Αναστάσεως ημέρα. Από την Κυριακή του Πάσχα ως την Πεντηκοστή, απόσπασμα.
ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ