Ποιμαντορική Εγκύκλιος - Κυριακή τῆς Τυρινῆς (22 Φεβρουαρίου 2026)

 

Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,

Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,

 

Ὁλοκληρώνεται σήμερα τὸ Τριώδιο καὶ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ εἰσέλθουμε στὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν, ὅπως ὀνομάζεται ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ἐμπλουτίσει τὴν κορυφαία αὐτὴ περίοδο τοῦ λατρευτικοῦ της κύκλου μὲ ἕναν ὑπέροχο θησαυρό, ἀποτελούμενο ἀπὸ κατανυκτικὲς Ἀκολουθίες, Προηγιασμένες Θεῖες Λειτουργίες, συγκινητικοὺς Χαιρετισμοὺς πρὸς τὴν Υπεραγία Θεοτόκο, ὑπέροχα πνευματικὰ καὶ κατανυκτικὰ κείμενα, γραμμένα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες μας καὶ διαρκεῖς παραινέσεις, μέσῳ εὐχῶν καὶ προσευχῶν, γιά συντριβὴ καρδίας, θαρραλέα αὐτοκριτικὴ καὶ εἰλικρινῆ μετάνοια.

 

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μᾶς καλεῖ νὰ ἀλλάξουμε προτεραιότητες. Πρῶτα, νὰ πάψουμε νὰ θεωροῦμε ὡς βασική μας ἐπιδίωξη τὴν σχέση μας μὲ τόν Θεὸ καὶ νὰ θέτουμε σὲ ὑποδεέστερη μοίρα τὴν σχέση μας μὲ τὸν ἀδερφό μας. Τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι σήμερα ξεκάθαρο: Ὄποίος συγχωρεῖ, συγχωρεῖται. Ὅποιος κρατᾶ τὶς πόρτες τῆς καρδιᾶς του κλειστὲς πρὸς τὸν συνάνθρωπό του, κλειστὲς θὰ βρεῖ καὶ τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου.

 

Στὴν συνέχεια, μᾶς καλεῖ νὰ πάψουμε νὰ ἀναζητοῦμε τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων μέσῳ τῆς ἐπιδείξεως τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς νηστείας μας. Καὶ τέλος, μᾶς παροτρύνει νὰ στρέψουμε τὴν καρδιά μας σὲ θησαυροὺς ἐπουράνιους καὶ νὰ ἀποκολληθοῦμε ἀπὸ τὸν μάταιο καὶ ἐπισφαλῆ ἀνθρώπινο πλοῦτο.

 

Ὅσο γιὰ τὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στήν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή του, μᾶς βάζει σὲ θέση ἀναμονῆς μιᾶς λαμπρῆς ἡμέρας, ἡ ὁποία πλησιάζει. Βεβαίως, ἡ ἐπιστολὴ ἀφορᾶ τὴν πεποίθηση τῶν πρώτων Χριστιανῶν πὼς ἡ δεύτερη ἔλευση τοῦ Κυρίου μας βρίσκεται «ἐπὶ θύραις». Με τὴν πάροδο τῶν αἰώνων, ὅμως, ἡ σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπὴ ἑρμηνεύθηκε ὡς ἀναμονὴ τῆς ἡμέρας τῆς ἀποκαλύψεως τῆς δόξης τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν Ἀνάστασή του, βεβαίως, ὡς προσδοκία τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ἀλλὰ καὶ ὡς διαρκὴς ἐγρήγορση γιὰ τὴν ὥρα τῆς προσωπικῆς κρίσεως γιὰ τὸν καθέναν ἀπὸ μᾶς. «Ἡ νύχτα φεύγει», ἀναφέρει ὁ Παῦλος στὸν δωδέκατο στίχο τῆς περικοπῆς, «τὸ φῶς τῆς ἡμέρας πλησιάζει».

 

Ἀλλά, καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, φτάνει ἡ ὥρα τοῦ φωτός, ἡ ὥρα τῆς ἀποκαλύψεως τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, διατυπωμένων κατά μυστικὸ καὶ μυστηριώδη τρόπο ἀπὸ λέξεις ἀνθρώπινες, ὅπως καταγράφηκαν ἀπὸ τοὺς ἅγιους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας στὶς δύο πρῶτες Οικουμενικές Συνόδούς, στὴν Νίκαια καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη. Φτάνει ἡ ὥρα νὰ ἀκουστεῖ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, στὸ ὁποῖο περικλείονται ὑπέρλογες ἀλήθειες· ἀλήθειες, οἱ ὁποῖες δὲν ἐπιδέχονται τὴν παραμικρὴ ἀμφισβήτηση καὶ ἀλλοίωση. Καὶ αὐτό, ὄχι διότι ἀποτελούν καρπό τῆς διάνοιας ἑνὸς σπουδαίου σοφοῦ τῆς ἱστορίας ποὺ τὶς ἐπέβαλε τυραννικά, ἀλλὰ καρπὸ ἐνέργειας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως φανερώθηκε στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἁγίων της. Πρίν, ὅμως, ἀκουστεῖ τὸ γνωστό μας «Πιστεύω», ὁ Ἱερέας παραγγέλλει: «Τὰς θύρας, τὰς θύρας! Ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν».

 

Πρόκειται γιὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ ἱερέα νὰ κλείσουν οἱ πόρτες, καθὼς ὑπάρχει κίνδυνος, κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀπαγγελίας τοῦ ἱερώτατου κειμένου τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, τὸ ὁποῖο περιλαμβάνει ὁλόκληρο τὸ φοβερὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, νὰ παρίστανται ἀλλόθρησκοι, ἑτερόδοξοι καὶ αἱρετικοί.

 

Ἡ προτροπὴ αὐτὴ ἐμφανίζεται ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες καὶ προφύλασσε ἀπὸ τὸν κίνδυνο, ἄνθρωποι ἀμύητοι στὴν πίστη, ἀφώτιστοι ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί, πιθανόν, κακόβουλοι, νὰ παρερμηνεύσουν τὸ κείμενο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, νὰ τὸ χλευάσουν καὶ νὰ τὸ διαδώσουν ἀλλοιωμένο καὶ ἀδιακρίτως.

 

Τότε, ὄντως, οἱ θύρες τοῦ Ναοῦ ἔκλειναν. Σήμερα, αὐτὸ δὲν ἰσχύει. Ἰσχύει, ὅμως, ἡ βαθύτερη πνευματικὴ ἑρμηνεία τῆς προτροπῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητῆ, μᾶς καλεῖ σὲ σφράγισμα τῶν αἰσθήσεων καὶ σὲ ἀπομάκρυνση τοῦ νοῦ μας ἀπὸ τοὺς γήινους λογισμούς. Μὲ τὴν φράση, λοιπόν, αὐτή, ὁ ἱερέας καλεῖ τὸν καθέναν ἀπὸ μᾶς νὰ ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀπατηλὴ πραγματικότητα τοῦ κόσμου τούτου καὶ νὰ ἀτενίσει μία ἄλλη, μία αἰώνια πραγματικότητα.

 

Φτάνει, πλέον, ἡ στιγμὴ τῆς ἀπαγγελίας. Τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀποτελεῖται ἀπὸ δώδεκα ἄρθρα, ὅπως διατυπώθηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, προκειμένου νὰ ἀντιμετωπιστοῦν συγκεκριμένες αἱρέσεις.

 

Τὸ πρῶτο μέρος ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ πρῶτο ἄρθρο, στὸ ὁποῖο γίνεται λόγος γιὰ τὸν Θεὸ Πατέρα, Παντοκράτορα καὶ Δημιουργὸ τοῦ Σύμπαντος:

 

1.      Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων.

 

Τὸ δεύτερο μέρος ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕξι (6) ἄρθρα, στὰ ὁποῖα γίνεται λόγος γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸ ἐνσαρκωμένο δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος καὶ τὸ λυτρωτικὸ Τοῦ ἔργο ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων:

2. Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι΄οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.

3. Τὸν δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν

Κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα.

4. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου καὶ παθόντα, καὶ ταφέντα.

5. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς.

6. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός.

7. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.

 

Στὸ τρίτο μέρος περιλαμβάνεται τὸ ὄγδοο ἄρθρο, στὸ ὁποῖο γίνεται λόγος  γιὰ τὸ Πανάγιο καὶ Ζωοποιὸ Ἅγιον Πνεῦμα:

8. Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ  συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν.

 

Στὸ τέταρτο καὶ τελευταῖο μέρος, ἀποτελούμενο ἀπὸ τὰ τελευταῖα τέσσερα (4) ἄρθρα, γίνεται λόγος γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τὸ  Άγιον Βάπτισμα, τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση καὶ τὴν αἰώνια ζωή:

9. Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν.

10. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.

11. Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν.

12. Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.

 

Τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως δὲν ἀποτελεῖ μιὰ ἁπλῆ ἀπαρίθμηση τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπαγγέλλεται ὡς τέτοιο. Τὸ ἱερὸ αὐτὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ τὸ πνευματικὸ λάβαρο τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ καὶ στὸ ὁποῖο ἐμπεριέχεται ὁλόκληρη ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ἀποτελεῖ, στὴν οὐσία, κείμενο δοξολογίας πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεό, γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τῶν μυστηρίων Του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν θεῖο φωτισμό, μὲ τὸν ὁποῖο φωτίστηκε ὁ νοῦς τῶν ἁγίων Πατέρων, προκειμένου, μὲ ἀνθρώπινο τρόπο, νὰ περιγράψουν θεῖες καὶ ὑπέρλογες ἀλήθειες. Τὸ «Πιστεύω» λοιπόν, πρέπει νὰ διαβάζεται ὡς δοξολογικὴ προσευχή, μὲ τρόπο ἐκφραστικὸ καὶ ἀκριβῆ, ὡς μία θεόπνευστη προσευχή, ὥστε νὰ συνεγείρει τὶς ψυχὲς ὅλων τῶν πιστῶν, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, πρὸς μιὰ ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ τὴν συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

 

Ἀδελφοί μου! Κάθε μία ἀπὸ τὶς 174 λέξεις τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως εἶναι ἱερή, διότι ἐκφράζει ἀνείπωτα μυστήρια ἀλλὰ καὶ ἀποκαλύπτει τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας μας. Γιὰ καθεμία ἀπὸ τὶς λέξεις αὐτές, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔδωσαν μάχες ἐναντίον πλήθους αἱρετικῶν διδασκαλιῶν. Ἀκόμη καὶ μιὰ ἐλάχιστη ἀλλοίωση τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ κειμένου ἀρκεῖ γιὰ νὰ ἀποδόμησει ὁλόκληρη τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, καθώς, ὅλα τὰ δόγματα συναρτῶνται ἁρμονικὰ γιὰ νὰ ἐκφράσουν μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια καὶ πληρότητα τὸ ἑνιαῖο σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ, τρόπον τινά, τό πνευματικὸ συμβόλαιο τῆς σωτηρίας μας.

 

Ζοῦμε σὲ καιρούς, κατὰ τοὺς ὁποίους ὅλα ἀναθεωροῦνται, ὅλα σχετικοποιοῦνται καὶ ὅλα ἀποδομοῦνται. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐγείρει ἕναν λόγο παραπάνω, ὥστε ἡ Ἐκκλησία μας, ὡς σῶμα ὅλων τῶν πιστῶν, νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν ἀκρίβεια τῶν δογμάτων, ἀλλά, πολὺ περισσότερο, νὰ προσφέρει στὸν σύγχρονο κόσμο μαρτυρία ἀληθείας καὶ σωτηρίας, μεταβάλλοντας τὶς δογματικὲς αὐτὲς ἀλήθειες σὲ τρόπο ζωῆς.

 

Ἀπαιτεῖται ὅμως καὶ κάτι περισσότερο: Μιὰ ἐναργὴς πνευματικὴ ζωή, πλημμυρισμένη ἀπὸ προσευχὴ καὶ μετάνοια, προκειμένου ἡ ψυχὴ νὰ καθαρθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ὁ θεῖος φωτισμὸς νὰ ὁδηγήσει στὴν βαθύτερη καὶ πλήρη κατανόηση, ὄχι μόνο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀλλὰ τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί, κατ΄ ἐπέκτασιν, ὁλόκληρης τῆς λατρευτικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἀνώτερη αὐτὴ κατανόηση δὲν ἐπιτυγχάνεται μέσῳ τῆς λογικῆς ἑρμηνείας, ἀλλὰ μέσῳ τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας.

 

Ἂς ἐπιζητοῦμε λοιπὸν τὸν θεῖο φωτισμὸ καὶ ἂς καταστοῦμε ἄξιοι νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό, ἰδιαίτερα ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προσφέρει ἄφθονο πλοῦτο πνευματικῶν μέσων, ὥστε ἡ ἡμέρα τοῦ Ἀναστάσιμου φωτὸς ποὺ πλησιάζει νά μᾶς βρεῖ ὅλους πάλλευκους καὶ ὁλόφωτους, ὅπως οἱ λαμπάδες ποὺ θὰ κρατοῦμε τὴν νύχτα τῆς Ἀναστάσεως.




 

Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ