Σύναξη του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου

«Φωνή βοῶντος ἐν τῆ ἐρήμω, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδόν τοῦ Κυρίου,

εὐθείας ποιεῖτε τάς τρίβους αὐτοῦ» (Ησ. μ΄ 3).

 


 

Προφητῶν σε σφραγίδα γινώσκομεν, ὡς τῆ Παλαιᾶ καί Καινή μεσιτεύσαντα καί Βαπτιστήν καί Πρόδρομον, τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καταγγέλλομεν.

 

Ο Πρόδρομος ήταν το πρώτο χελιδόνι μιας καινούργιας άνοιξης. Δεν ήταν ο ήλιος της άνοιξης, ούτε η ευωδία και το άρωμα της άνοιξης ή το τραγούδι της άνοιξης. Ο Ιωάννης ήταν η σάλπιγγα που ξύπνησε εκείνους που τους είχε καταλάβει χειμέρια νάρκη. Ήταν απλά ο κήρυκας της άνοιξης. Άνοιξη ήταν ο ίδιος ο Κύριος.(Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς) 

 

Αξιώθηκε ν’ ακούσει το εγκώμιο, που κανείς άνθρωπος δεν άκουσε, από το ίδιο το φοβερό στόμα του Κυρίου και Θεού του, που βάφτισε στον Ιορδάνη ποταμό: «Ἀμήν λέγω ὑμῖν, οὐκ εγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ» (Ματθ. ια΄ 11). (Π. Β. Πάσχου,Τo «Πτηνόν Της Ερήμου»)

 

Αληθινά σπουδαίος και μεγάλος είναι εκείνος, που θεωρεί τον εαυτό του μικρό και ανάξιο. Αν η ταπείνωσις είναι η υψοποιός δύναμις, ο Ιωάννης διέθετε ταπείνωσι σε ύψιστο βαθμό. Αν ο ταπεινός είναι ο όντως υψηλός, τότε ο Ιωάννης είναι ο υψηλότερος των ανθρώπων της παλαιάς εποχής, αφού ήταν ταπεινότερος πάντων. Αν ο ταπεινός αγγίζη το Θεό, τότε ο Ιωάννης, πού αξιώθηκε ν’ αγγίση «κορυφήν του Δεσπότου», είναι όντως ταπεινός. Ορειβάτης δεν ανεβαίνει σε υψηλή κορυφή, σαν την κορυφή της αρετής και της αγιότητος, που ανέβηκε ο Ιωάννης. Τόσο υψηλά είχε ανεβή ο Ιωάννης, ώστε προσείλκυσε το θαυμασμό του ίδιου του Κυρίου.

 

Δύο πρόσωπα προκάλεσαν το θαυμασμό του Θεού. Η Παναγία, που αξιώθηκε να λειτουργήση το μυστήριο της σαρκώσεως, της ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού, και ο Ιωάννης, που αξιώθηκε να λειτουργήση το μυστήριο των Θεφανείων, της φανερώσεως των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος.

 

Σπουδαίος για την ταπείνωσί του ο Ιωάννης. Και ταπείνωσις είναι να ξέρη κανείς και να συναισθάνεται τί δεν είναι. Σε εποχή μάλιστα, που πολύ προβάλλεται το «Εγώ», το τί είναι το «Εγώ», το τί είμαι «εγώ», το τί είμαστε εμείς, είναι θαυμαστό να βλέπης και ν’ ακούς κάποιον, που λέει: «Δεν είμαι, εγώ»! Και ο Ιωάννης το έλεγε αυτό, όχι από άρνησι, άλλ’ από θέσι. Η καλύτερη θέσις είναι η άρνησις της ψεύτικης θέσεως, που οι άλλοι μας δίνουν. «Δεν είμαι, εγώ αυτό, που νομίζετε». Αναγκάστηκε δε πολλές φορές να πη παρόμοιο λόγο ο Ιωάννης. «Δεν είμαι αυτό, που νομίζετε…».

 

Οι άνθρωποι λαχταρούσαν να δουν το Μεσσία. Έκτακτο φαινόμενο ο Ιωάννης. Έσπαγε τη ρουτίνα του θρησκευτικού τοπικισμού και της κενόδοξης ιδιοτέλειας. Ήταν όχι απλώς σπάνιο, αλλά μοναδικό πρόσωπο. Δικαιολογημένα, λοιπόν, τον ταύτιζε ο λαός μ’ εκείνον, που περίμεναν. Άλλ’ ο Ιωάννης αντιδρά με τη φυσική αντίδραση κάθε τιμίου, που ξέρει το ρόλο του και δεν εκμεταλλεύεται την υπερβολή του λαού. «Έλεγεν ο Ιωάννης- Τίνα με υπονοείτε είναι; Ουκ ειμί εγώ, άλλ’ ιδού έρχεται μετ’ εμέ ου ουκ ειμί άξιος το υπόδημα των ποδών λύσαι» (Πράξ. 13,25)…

 

Είναι ο απεσταλμένος του Θεού, προκειμένου να ετοιμασθή ο δρόμος ελεύσεως του Μεσσία. «Εἶπον, Οὐκ εἰμί ἐγώ ὁ Χριστός, ἀλλ’ ὅτι ἀπεσταλμένος εἰμί ἔμπροσθεν Ἐκείνου» (Ίωάν. 3,28). Το τραγικό λάθος των ανθρώπων είναι, ότι μεσσιοποιούν ανθρώπους. Δεν θαυμάζουν τον Ένα και Ασύγκριτο, τον Ιησού Χριστό, αλλά θαυμάζουν και λατρεύουν ανθρώπους, πού όχι σαν τον Ιωάννη δεν είναι, αλλά πολλές φορές είναι κοινοί απατεώνες. Η μεγαλύτερη απάτη των ανθρώπων της εξουσίας είναι να καλλιεργούν γύρω από τον εαυτό τους τη μεσσιακή αντίληψι και το μεσσιανικό θαυμασμό. Ο Ιωάννης διακηρύττει παντού: Δεν είμαι εγώ ο Χριστός!

 

Αυτός, που ακτινοβολούσε από αρετή και σκιές αμαρτωλές δεν είχε, διεκήρυττε: Δεν είμαι εγώ το Φως. Ο Ιωάννης ήταν φως, δεν ήταν το Φως. Άλλος ήταν το Φως, η πηγή του φωτός, το Αυτοφώς: ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Λέγει ο άλλος Ιωάννης, ο Ευαγγελιστής, για το Βαπτιστή Ιωάννη: «Οὐκ ἦν ἐκεῖνος τό φῶς, ἀλλ’ ἵνα μαρτυρήση περί τοῦ φωτός»(Ίωάν. 1,8). Αν ο Χριστός είναι το Φως, ο Ιωάννης είναι ο λύχνος του Φωτός, το λυχνάρι, πού εμφανίστηκε μέσα στη νύκτα του παλαιού κόσμου και φώτισε και προετοίμασε τους ανθρώπους να δεχθούν το Φως.

 

Διακηρύττει: «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δὲ ἐλαττοῦσθαι» (Ίωάν. 3,30). Λύχνο καιόμενο ονομάζει τον Ιωάννη ο ίδιος ο Χριστός: «Ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων» (Ίωάν. 5,35)…«Τί ἐξήλθετε εἰς τὴν ἔρημον θεάσασθαι; Κάλαμον ὑπό ἀνέμου σαλευόμενον;… Ἀλλἀ τί ἐξήλθετε ἰδεῖν; Προφήτην; Ναἰ λέγω ὑμῖν, καὶ περισσότερον προφήτου» (Ματθ. 11,8-15).

 

ΠΗΓΗ: Από το βιβλίο του Αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη «Εορτάσωμεν τω Κυρίω» (Λευϊτ. 23, 39), Αθήναι 1996.




  

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ