Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη
τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου.
«Ἀρνησίκοσμος παῖς λιπῶν γῆς καλύβα
Ἐν οὐρανοῖς ἔπηξε καινὴν καλύβην.
Πέμπτῃ Ἰωάννης δεκάτῃ καλύβην μετέπηξεν.»
Ούτος είχε πατρίδα την Κωνσταντινούπολιν, υιός ων, πατρός μεν, Ευτροπίου συγκλητικού, μητρός δε, Θεοδώρας, κατά τους χρόνους Λέοντος του Μεγάλου εν έτει υξ’ [460]. Ούτος λοιπόν εν τη αρχή της ηλικίας του, και από αυτό ακόμη το σχολείον των γραμμάτων, ανεχώρησε κρυφίως από τους γονείς του και από τους διδασκάλους του, και σμίξας με ένα Μοναχόν, επήγεν εις το Μοναστήριον των Ακοιμήτων και ενεδύθη το σχήμα των Μοναχών. Εκεί δε εσυνήθισε να γυμνάζη τον εαυτόν του ο τρισμακάριστος, με μίαν δίαιταν πολλά σκληράν.
Επειδή δε ο Διάβολος ενοχλούσε τον νέον με την προς τους γονείς του αγάπην, διά τούτο ο Άγιος πολεμεί και νικά τον εχθρόν. Πώς, και με τι τρόπον; Αφ’ ου ο Όσιος εφανέρωσε τα περί αυτού εις τον καθηγούμενον της Μονής, εζήτησεν άδειαν από αυτόν να γυρίση οπίσω εις τους γονείς του. Και λοιπόν λαβών ευχήν από όλην την αδελφότητα, πηγαίνει αγνώριστος εις τον οίκον του πατρός του με σχήμα πτωχικόν, και με ευτελέστατα φορέματα.
Όθεν ωσάν ένας ζήτουλας, λαβών από τον πατέρα του ολιγότατον τόπον, έμπροσθεν της πόρτας του οίκου των, εκεί έκτισε μίαν καλύβην, και επέρνα την ζωήν του, φυλάττων εαυτόν αγνώριστον. Και μάλιστα όταν έβλεπε τον πατέρα του και την μητέρα του, οπού επερνούσαν έμπροσθέν του με κοσμικήν φαντασίαν. Ου μόνον δε εστενοχωρείτο ο αοίδιμος εις την μικράν εκείνην καλύβην, αλλά και το χειρότερον, επεριπαίζετο και εσπρώχνετο από τους εδικούς του δούλους.
Αφού λοιπόν διεπέρασεν εκεί τρεις χρόνους με πολλήν εγκράτειαν και στενότητα, επρογνώρισε την προς Θεόν εκδημίαν και κοίμησίν του. Όθεν εκάλεσε την μητέρα του, και εγνωρίσθη εις αυτήν διά μέσου του χρυσοκατασκευάστου Ευαγγελίου, το οποίον οι γονείς του εκατασκεύασαν δι’ αυτόν, όταν ήτον ακόμη παιδίον εις το σχολείον. Και μετά την γνωριμίαν, ευθύς εκοιμήθη ο μακάριος και απήλθε προς Κύριον. (Τον κατά πλάτος αυτού Βίον όρα εις τον Παράδεισον. Τούτον δε συνέγραψεν ελληνιστί ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Τυραννικόν τι χρῆμα τεκόντων». Σώζεται ἐν τῇ Λαύρα, ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις. Ἐν δὲ τῇ Μεγίστη Λαύρα σώζεται καὶ ἄλλος Βίος αὐτοῦ, οὗ ἠ ἀρχή· «Βίον θεάρεστον καὶ ἀμόλυντον ἀνδρὸς δικαίου».
ΠΗΓΗ: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε
Ἐκ βρέφους τόν Κύριον, ἐπιποθήσας θερμῶς, τόν κόσμον κατέλιπες, καί τά ἐν κόσμῳ τερπνά, καί ἤσκησας ἄριστα· ἔπηξας τήν καλύβην, πρό πυλῶν σῶν γονέων· ἔθραυσας τῶν δαιμόνων, τάς ἐνέδρας παμμάκαρ· διό σε Ἰωάννη ὁ Χριστός, ἀξίως ἐδόξασεν.
ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ
