Ποιμαντορική Εγκύκλιος - Γιά τήν Κυριακή ΙΕ΄Λουκᾶ (Τοῦ Ζακχαίου -25η Ἰανουαρίου 2026)


(Εβρ. 7:26 - 8:2 Λκ. 19:1-10)




 

 

         Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,

         Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,

Ἡ ἀνάγκη ἐπικοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ εἶναι πανάρχαιη. Ἀπὸ τὰ προϊστορικὰ κιόλας χρόνια, στὸ κέντρο τῶν πρωτόγονων οἰκισμῶν βρισκόταν πάντα ἕνα «ἱερὸ» ἢ ἕνας βωμός. 

 

Ἄπειροι οἱ θεοί, ἄπειρα τὰ εἴδωλα, ἕνας ὅμως ὁ ἀληθινὸς Θεός. Κι αὐτὸς ὁ Ἕνας καὶ Ἀληθινὸς Θεὸς ἀποκαλύφθηκε στὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, στὸν λαὸ τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ. Οἱ θυσίες τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ στὸν περίβολο τοῦ Ναοῦ τῶν Ἱεροσολύμων ἀποτελοῦσαν τὴν πράξη ἀφοσιώσεως καὶ πίστεως τῶν εὐσεβῶν Ἑβραίων στὸν ἀληθινὸ Θεό. Οἱ ἱερεῖς ἦταν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ λαοῦ καὶ τὸ αἷμα τῶν θυσιασθέντων ζώων, μὲ τὸ ὁποῖο ράντιζαν τὸν λαὸ ἦταν ἡ συμβολικὴ πράξη τῆς ἐξιλεώσεως ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματά του, ἀλλὰ καὶ τὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἴδιου τοῦ Ἱερέως. 

 

Καὶ οἱ Ἱερεῖς, ὅμως, ἦταν ἄνθρωποι ἀτελεῖς, ἁμαρτωλοί. Πῶς μποροῦσαν, λοιπόν, νὰ ὁδηγήσουν ἄλλους ἁμαρτωλοὺς στὴν τελειότητα;  Σὲ αὐτὸ τὸ μεγάλο ἐρώτημα, στὸν πανανθρώπινο πόθο γιὰ ἕνωση μὲ τὸν ἀληθινὸ καί τέλειο Θεό, ἔρχεται σήμερα νὰ ἀπαντήσει ὁ Παῦλος στὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή του: «Τέτοιος, λοιπόν, ἀρχιερέας μᾶς χρειαζόταν· ἅγιος, ἄκακος, ἀψεγάδιαστος, χωρὶς καμιὰ σχέση μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἁμαρτία, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε πάνω ἀπὸ τὰ οὐράνια. Αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη, ὅπως οἱ ἄλλοι Ἀρχιερεῖς, νὰ προσφέρει καθημερινὰ θυσίες, πρῶτα γιὰ τὶς δικές του ἁμαρτίες, κι ὕστερα γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ. Αὐτὸ τὸ ἔκανε μιὰ γιὰ πάντα, προσφέροντας τὸν ἴδιο τόν ἑαυτό Του» (Ἑβρ. 7:26-27). 

 

Μέσα στὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ συμπυκνώνεται ἡ θεολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Δὲν ἔχουμε πλέον τὴν ἀνάγκη ἀνθρώπων, προκειμένου νὰ μεσολαβήσουν γιὰ ἐμᾶς πρὸς τὸν Θεό. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, τὸν ἀντικρίσαμε πρόσωπο πρὸς πρόσωπο καὶ ἀπὸ τὴν ἐνανθρώπησή Του μέχρι σήμερα καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων εἶναι Αὐτὸς ποὺ μᾶς καλεῖ σὲ ἕνωση μαζί Του. Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία, ὁ Ἴδιος παρίσταται, ὁ Ἴδιος λειτουργεῖ καὶ ὁ Ἴδιος προσφέρεται ὡς ζωντανὸς Ἀμνὸς θυσίας, προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νὰ ὁδηγηθεῖ μαζί Του στὴν αἰωνιότητα. 

 

Ὅταν τὰ Τίμια Δῶρα, τά ὁποῖα ἐμεῖς προσφέραμε γιὰ νὰ καθαγιαστοῦν, μεταφέρονται κατὰ τὴν Μεγάλη Εἴσοδο στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ τοποθετοῦνται ἐπάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, ὁ Ἱερέας μᾶς καλεῖ νὰ μετατρέψουμε ὅλους μας τοὺς φόβους,  τὶς ἀγωνίες καί τὶς ἀνάγκες σὲ δέηση καὶ προσευχὴ καὶ νὰ τὰ καταθέσουμε, μέσῳ τῆς πίστεώς μας, στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ, λέγοντας: «Πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίω», Δηλαδή, «Ἂς συμπληρώσουμε τὴν προσευχή μας, ἐντάσσοντας σὲ αὐτὴν ὅ,τι παραλείψαμε μέχρι τώρα». 

 

Ἀπὸ τὴν λέξη «πληρώσωμεν», οἱ δεήσεις ποὺ ἀκολουθοῦν ὀνομάζονται «πληρωτικὰ» καὶ εἶναι πολὺ σημαντικές, διότι ὁμοιάζουν μὲ μιὰ «πνευματικὴ πανοπλία», τὴν ὁποία ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό, προκειμένου νὰ μείνουμε ἀσφαλεῖς καὶ ἄτρωτοι ἀπὸ κάθε κίνδυνο καὶ πειρασμό. Ἀξίζει, λοιπὸν, τὸν κόπο νὰ τὶς προσεγγίσουμε μὲ περισσότερη προσοχή, προκειμένου ἡ κατανόησή τους νὰ ὁδηγήσει σὲ ἀκόμη θερμότερη προσευχὴ ἐκ μέρους μας. Ἀποτελεῖ, λοιπόν, τὸ σημερινὸ κήρυγμα μιὰ εὐκαιρία νὰ ἐμβαθύνουμε στὶς πέντε πρῶτες αἰτήσεις: 

Πρῶτα λοιπόν, ὁ Ἱερεύς εὔχεται ὑπὲρ τῶν Τιμίων Δώρων ποὺ βρίσκονται ἤδη πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα. «Ὑπὲρ Τῶν προτεθέντων Τιμίων Δώρων τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Ἴσως ἀναρωτηθεῖ κανείς: Δὲν εἶναι ἤδη ἅγια τὰ Τίμια Δῶρα; Δὲν τὰ ἐξαγίασαν οἱ προσευχὲς τοῦ Ἱερέως κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ἱερᾶς Προσκομιδῆς πρὶν ἀρχίσει ἡ Θεία Λειτουργία; Βεβαίως! Πίσω ὅμως ἀπὸ τὴν δέηση αὐτὴ ὑπάρχει καὶ μιὰ ὑπενθύμιση: Πὼς τὰ δῶρα ποὺ προσκομίσαμε στὴν Ἐκκλησία θὰ γίνουν ἀποδεκτὰ ὡς ἐξαγιασμένα ὑπὸ μία προϋπόθεση: τὴν συγγνώμη καὶ τὴν συμφιλίωση μεταξύ μας. Αὐτό μας τὸ δίδαξε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στὴν Ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του: «Ὅταν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸν Ναό», εἶπε, «καὶ ἐκεῖ θυμηθεῖς πὼς ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου, ἄφησέ το δῶρο μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο, πήγαινε πρῶτα νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν ἀδελφό σου καὶ ὕστερα ἔλα νὰ τὸ προσφέρεις» (Μτθ 5, 23-24). 

 

Στὴν πραγματικότητα, λοιπόν, μὲ τὴν δέηση αὐτή, ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν δρόμο τῆς συγχωρήσεως μέ τόν συνάνθρωπό μας. Κατόπιν, ὁ Ἱερεύς εὔχεται γιὰ τὸν Ἱερό Ναό, μέσα στὸν ὁποῖο τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία καὶ γιὰ ὅσους συμμετέχουν ἐκείνη τὴν στιγμή: «Ὑπὲρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καὶ τῶν μετὰ πίστεως εὐλαβείας καὶ φόβου θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». 

 

Ἡ ἑπόμενη δέηση μᾶς τοποθετεῖ μπροστὰ στὸν Θεό, ὅπως τὰ ἀδύναμα καὶ ἀπροστάτευτα νήπια στέκονται μπροστὰ στὸν πατέρα τους, θεωρῶντας τον ἀσπίδα ὑπερασπίσεως καὶ προστασίας: «Ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». 

 

Οἱ θλίψεις ἀποτελοῦν, ἴσως, τὴν μονιμότερη συνοδεία τοῦ ἀνθρώπου στὴν πορεία τῆς ζωῆς του. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς κινδύνους: Πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς ἀντιλαμβανόμαστε, ἴσως ὅμως, εἶναι πολὺ περισσότεροι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν γίνονται ἀντιληπτοί. Ποτὲ δὲν θὰ μάθουμε ἀπὸ πόσες ἀντιξοότητες καὶ κινδύνους μᾶς ἔχει προφυλάξει ὁ Θεός. Αὐτό, λοιπόν, Τοῦ ζητᾶμε: νὰ μὴν σταματήσει νὰ μᾶς ὑπερασπίζεται καὶ νὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν δρόμο μας τοὺς κινδύνους, ἰδιαίτερα ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ ἀντιμετώπιση ξεπερνᾶ τὶς δυνάμεις μας. Συγχρόνως, Τοῦ ζητοῦμε νὰ μᾶς δώσει τὴν δύναμη νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς χίλιες δύο ἀνάγκες ποὺ μόνοι μας δημιουργοῦμε στοὺς ἑαυτούς μας. Ἀνάγκες βιοτικές, ποὺ διασποῦν τὴν προσήλωση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅσο γιὰ τὴν ὀργή, πόσες, ἄραγε, εἶναι οἱ φορὲς ποὺ οἱ ἀποφάσεις μας ἐπηρεάστηκαν ἀπὸ τὸ ξεχείλισμα τοῦ θυμοῦ μέσα μας καὶ πόσες φορὲς δὲν μετανοήσαμε γιὰ ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς ὅπου ἡ ὀργὴ σκότισε τὴν κρίση μας καὶ σκλήρυνε τὴν καρδιά μας; 

 

Στὴν συνέχεια, ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς σκεπάσει μὲ τὴν χάρη Του, λέγοντας: «Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς ὁ Θεὸς τῇ σῇ χάριτι». 

 

Ὁ Πλάτωνας καὶ ὁ Ἀριστοτέλης, οἱ μέγιστοι τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων, δίδασκαν πὼς τὸ ὅμοιο ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὸ ὅμοιό του. Μόνο ἂν ὁμοιάσουμε μὲ κάτι, μποροῦμε νὰ ἑνωθοῦμε μὲ αὐτό. Μὲ παρόμοιο τρόπο, διαρκὴς ἦταν ἡ πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ στὸ κήρυγμά Του, νὰ μοιάσουμε στὸν ἐπουράνιο Πατέρα μας: «Τέλειοι νὰ εἶστε, δίδασκε, ὥσπερ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς Τέλειός ἐστιν» (Μτθ. 5,48). 

 

Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἡ τελειότητα τοῦ  Θεοῦ δὲν ἔχει νὰ κάνει τόσο μὲ τὴν παντοδυναμία ἢ τὴν πανσοφία Του ἀλλὰ μὲ τὴν ἁγιότητα, τὴν μακροθυμία καὶ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη Του. Ὅποιος ἀποκτᾶ σταδιακὰ τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτά, βρίσκει τὴν εἰρήνη μέσα του, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰρήνη μὲ τοὺς συνανθρώπους καὶ τὸν Δημιουργό του. Αὐτό, λοιπόν, ζητᾶμε, μέσῳ τοῦ Ἱερέως στὸ ἑπόμενη δέηση: Νὰ μᾶς χαρίζη τὴν κάθε ἡμέρα μας «τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον». 

 

Ἀδελφοί μου. Ἀφιερώνοντας λίγη προσοχὴ στὶς εὐχές, στὶς ὁποῖες περιλαμβάνονται καὶ τὰ «πληρωτικά», ἀναγνωρίζουμε καταστάσεις καὶ κινδύνους ποὺ μᾶς ἐκτροχιάζουν ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ὅσο μένουμε κοντὰ στὸν Θεό, ἐνισχύεται ὁ φωτισμὸς τῆς ψυχῆς μας καὶ διακρίνουμε ὅλες αὐτὲς τὶς ἀφύσικες καταστάσεις ποὺ παρασύρουν καὶ σκοτίζουν τὴν ψυχή μας. Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἀναγνωρίζουμε τὸ σκοτάδι ποὺ μᾶς περιβάλλει, ὥστε, μὲ ἀκόμη περισσότερο ζῆλο, νὰ στρεφόμαστε πρὸς τὴν πηγὴ τοῦ φωτὸς ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸν Κύριό μας. 

 

Ἂς ἀποτελεῖ ἡ κάθε εὐχὴ τῆς Θείας λειτουργίας ἕνα πνευματικὸ «σωσίβιο», τὸ ὁποῖο ρίχνει ἡ Ἐκκλησία στὸν καθένα μας προσωπικά, μέσα στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς. Ἕνα εἶναι βέβαιο: Ὅσο ἐπικαλούμαστε τὴν προστασία τοῦ Κυρίου μας, τόσο οἱ δρόμοι μας θὰ παρακάμπτουν τοὺς κινδύνους καὶ ἡ χαρά, αὐτὸς ὁ πολύτιμος καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παρὰ τὶς ἀντιξοότητες ποὺ ἀποτελοῦν μέρος τῆς ζωῆς μας σὲ αὐτὴ τὴν γῆ, δὲν θὰ ἐξασθενεῖ ποτέ. Ἀμήν.

 

Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ