Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,
Ξεκινᾶ σήμερα τὸ Τριώδιο, τὸ πρῶτο σκαλὶ μιᾶς κλίμακας, ὅπου στὴν κορυφή της βρίσκεται τὸ κενὸ μνημεῖο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας. Εἰσερχόμαστε στὴν πιὸ κατανυκτική, τὴν πιὸ διδακτική, τὴν πιό πνευματικὴ περίοδο τοῦ λατρευτικοῦ κύκλου τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἕνα καὶ μοναδικὸ σκοπό: Νὰ μᾶς ἀπεγκλωβίσει ἀπὸ τὶς ἀτέρμονες μέριμνες τῆς καθημερινότητας, νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ καταπολεμήσουμε τὰ πάθη ποὺ φθείρουν τὴν ψυχή μας καὶ νὰ ἑτοιμάσει τὴν καρδιά μας νὰ ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ ἐνθρονίσει στὸ κέντρο της τὸν Ἀναστημένο Χριστό.
Σήμερα, ὁ δυστυχὴς Φαρισαῖος, ὁ πρῶτος ἀρνητικὸς πρωταγωνιστὴς τοῦ Τριωδίου, ζητᾶ τὴν ἀμοιβή του, διατρανώνοντας στὸ κέντρο τοῦ Ναοῦ τὰ ἔργα τῆς ὑπακοῆς του στὸν Θεῖο Νόμο. Ναί, εἶναι δυστυχὴς ὁ Φαρισαῖος διότι αἰσθάνεται διαρκῶς νὰ στέκεται μπροστὰ σὲ ἕνα θεϊκὸ δικαστήριο. Ἡ καρδιά του δὲν γεύεται τὴν τρυφερότητα τοῦ Θεοῦ Πάτερα, γι΄ αὐτὸ φεύγει ἀπὸ τὸν Ναὸ χωρὶς γαλήνη, χωρὶς εἰρήνη καὶ χωρὶς δικαίωση. Ὅ,τι ὅμως δὲν βρῆκε ἐκεῖνος, τὸ βίωσε ὁ Τελώνης, διότι κατάλαβε πὼς ἡ οὐσία τοῦ νόμου καὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι κρυμμένη σὲ δυὸ λέξεις: «Ἥμαρτον» καὶ «ἐλέησον»!
Αὐτὲς εἶναι οἱ δύο λέξεις ποὺ ξεκλειδώνουν καὶ ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς Θείας Λειτουργίας. Εἶναι αὐτὸ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, στὸ ὁποῖο καλούμαστε νὰ καταθέσουμε τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀνεπάρκειάς μας ἀλλὰ καὶ τὴν πίστη μας πώς, ὅσα δὲν μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε μὲ τὶς δικές μας δυνάμεις, ἔρχεται ὁ Κύριος νὰ ἀναπληρώσει καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει, ὄχι μὲ τὰ κατορθώματά μας ἀλλὰ μὲ τὴν Χάρη Του, στὴν χώρα τῶν τελείων καὶ τῶν ἁγίων.
Καθ΄ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Μυστηρίου, ἀναγνωρίζουμε τὶς ἀσθενεῖς μας δυνάμεις καὶ ζητοῦμε μὲ ταπεινοφροσύνη τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως μετὰ τὴν τοποθέτηση τῶν Τιμίων Δώρων στὴν Ἁγία Τράπεζα, ὁ ἱερέας ἐκφωνεῖ τα πληρωτικά, τά αἰτήματα δηλαδὴ, πού συμπληρώνουν ὅλες τίς ταπεινές μας παρακλήσεις ποὺ ἔχουν προηγηθεῖ πρὸς τὸν Θεό. Αὐτά τά αἰτήματα ὁλοκληρώνονται μὲ τά ἑξῆς πέντε:
Ζητοῦμε πρῶτα ἀπὸ τὸν Θεό, «ἄγγελον εἰρήνης, πιστὸν ὁδηγό, φύλακα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν».
Σὲ ὅλη τὴν Βίβλο, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, εἶναι διάχυτη ἡ βεβαιότητα πὼς ὁ κάθε ἄνθρωπος συνοδεύεται, ἡμέρα καὶ νύχτα, ἀπὸ τὸν δικό του φύλακα ἄγγελο. Λέει ὁ Δαβὶδ στὸν τριακοστὸ τέταρτο ψαλμό του: «Νὰ μὴν φοβοῦνται ὅσοι σέβονται τὸν Κύριο, διότι ἄγγελοι τοὺς προφυλάσσουν (στ. 8). Ἀλλὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὁ Χριστὸς διαβεβαιώνει: «Οἱ ἄγγελοι των μικρῶν παιδιῶν στὸν οὐρανὸ βλέπουν συνεχῶς τὸ πρόσωπο τοῦ οὐρανίου Πατέρα μου» (Μτθ.18:10).
Μὲ τά αἰτήματα αὐτά καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς θυμίζει πὼς κινδυνεύουμε, ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπινες ἀλλὰ ἀπὸ πνευματικὲς σκοτεινὲς δυνάμεις καὶ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ἀνάλογη πνευματικὴ προστασία. Ἀπειλούμαστε ἀπὸ τὸν διάβολο, ὁ ὁποῖος, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στὴν πρώτη του ἐπιστολή, μᾶς περιτριγυρίζει σὰν λέοντας ποὺ βρυχᾶται καὶ ζητᾶ νὰ μᾶς καταπιεῖ (5:8). Δὲν ζητοῦμε ὅμως μόνο προστασία ἀλλὰ καὶ ἕναν ἔμπιστο ὁδηγὸ στὰ μεγάλα διλήμματα τῆς ζωῆς μας. Αὐτὴ ἡ αἴσθηση τῆς προστασίας καὶ τῆς διαρκοῦς παρουσίας τοῦ φύλακα ἀγγέλου μας δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ γεμίζει τὴν ψυχή μας μὲ ἀσφάλεια καὶ παρηγοριά.
Ἀκολουθεῖ τό ἑπόμενο αἴτημα, πού ἐπιβεβαιώνει πόσο ἀδύναμοι εἴμαστε ἀλλὰ καὶ πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ: «Συγγνώμην καὶ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Κύριο».
Ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐπιείκεια καὶ ἄφεση, κατανόηση καὶ συγχώρεση γιὰ ἀκούσια καὶ ἑκούσια ἁμαρτήματα. Ὅπως Ἐκεῖνος, ἔτσι καὶ ἐμεῖς γνωρίζουμε πὼς εἶναι ἀδύνατον νὰ περάσουμε ἔστω καὶ μία ὥρα τῆς ζωῆς μας χωρὶς ἁμαρτία. Αὐτὸ ὅμως δὲν μᾶς ἐμποδίζει, κάθε ὥρα καὶ κάθε στιγμή, νὰ ἔχουμε ὡς μέτρο καὶ ὡς κριτήριο τῶν πράξεών μας τὸ θέλημά Του. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς ταπείνωσης ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἱκεσία τῆς χάριτός Του. Κακή, κάκιστη ἡ ἁμαρτία. Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι χειρότερο ἀπὸ αὐτήν: Ἡ ἀδυναμία νὰ τὴν ἀναγνωρίσουμε καὶ ἡ ἄρνησή μας νὰ προσφύγουμε στὴν Θεία συγνώμη. Αὐτὴ τὴν δίψα γιὰ ἄφεση ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὴ μᾶς τὴν στερήσει ποτέ.
Φτάνει ἡ στιγμὴ γιὰ μιὰ τρίτη ἱκεσία: «Τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν καὶ εἰρήνην τῷ κόσμῳ παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα». Ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μᾶς χαρίσει ὅσα ἀληθινὰ μᾶς ὠφελοῦν καὶ ὅσα συμβάλλουν στὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.
Εἶναι γεγονὸς πὼς στὴν ζωή μας αἰσθανόμαστε πὼς διαρκῶς κάτι μᾶς λείπει. Ζητᾶμε ἐπίμονα ὅλα ἐκεῖνα ποὺ φανταζόμαστε ὅτι θὰ ἐξυπηρετήσουν τὴν ἄνεση, τὴν εὐκολία γιὰ τὴν εὐχαρίστησή μας. Τὴν ἀληθινή μας ὠφέλεια, ὅμως, μόνον ὁ Θεὸς τήν γνωρίζει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, τὴν ὥρα τῆς στερήσεως, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε πώς, μοναδικὸ κριτήριο τῶν δωρεῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν μὴ δωρεῶν τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς, εἶναι τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς μας. Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ θέλει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ σωθοῦν. Καὶ Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ διακρίνει τὸ ἐὰν καὶ κατὰ πόσο οἱ ἐπιθυμίες μας θὰ ἀποβοῦν πρὸς τὸ συμφέρον ἢ πρὸς τὴν καταστροφή μας. Γι΄ αὐτὸ καὶ καλούμαστε νὰ Τὸν τοποθετήσουμε στὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας καὶ νὰ Τὸν ἐμπιστευτοῦμε ἀπόλυτα. Καὶ μόνο μιὰ τέτοια στάση ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν γαλήνη μέσα σὲ κάθε ἄνθρωπο καὶ σὲ ὅλο τὸν κόσμο, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς κέντρο του ἀτέρμονες καὶ ἀκόρεστες ἐπιθυμίες.
Σημαντικὲς καὶ καθοριστικὲς εἶναι οἱ δύο τελευταῖες αἰτήσεις: Ποιά εἶναι ἡ πρώτη; «Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν νὰ τὸν περάσουμε μὲ εἰρήνη καὶ μετάνοια. Αὐτό σοῦ ζητᾶμε, Κύριε».
Τό αἴτημα αὐτό ἀπαιτεῖ, ὄντως, πνευματικὸ θάρρος, διότι μᾶς ὑπενθυμίζει πὼς ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς μας εἶναι περιορισμένη. Ἀλλά, ὄχι μόνον αὐτό: μᾶς ὑπενθυμίζει ἀκόμα πὼς στὴν ζωὴ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ δημιουργήσουμε τὶς προϋποθέσεις, ὥστε νὰ γευτοῦμε τὴν ἄλλη, τὴν μεγάλη, τὴν αἰώνια ζωή.
Γι΄ αὐτὸ ζητοῦμε πρῶτα τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη, τὴν γαλήνη τῆς ψυχῆς, μιὰ ζωὴ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὴν ταραχὴ τοῦ βίου, τὴν διάκριση τῶν ἀσήμαντων καὶ τῶν σημαντικῶν τῆς καθημερινότητας, τὸν ἀπεγκλωβισμὸ ἀπ΄ ὅσα μᾶς σκοτίζουν τὸν νοῦ καὶ ταράζουν τὴν καρδιά μας. Μόνο μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις βρίσκουμε χρόνο καὶ δυνάμεις νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ κάνουμε τὴν αὐτοκριτική μας καὶ νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν μετάνοια.
Τὸ ἴδιο πνευματικὸ θάρρος ἀπαιτεῖ καὶ τό τελευταῖο αἴτημα:
«Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικὰ καὶ καλὴν ἀπολογίαν την ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα».
Χριστιανὰ τὰ τέλη! Πόση ἐλπίδα καὶ πόσο μεγαλεῖο περικλείει ἡ ἰκεσία αὐτή! Εἴμαστε βαπτισμένοι Χριστιανοί. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἔχουμε χριστιανικὸ τέλος ζωῆς; Κι ὅμως! Μὲ τὴν εὐχὴ αὐτὴ ἀναγνωρίζουμε πόσο ἀδύναμοι εἴμαστε μπροστὰ στοὺς πειρασμοὺς καὶ πόσο εἶναι πιθανόν, ἂν δὲν προσέξουμε, νὰ μείνουμε πιστοὶ μόνο στὸ ὄνομα καὶ ὄχι στὴν καρδιά. Σὲ ὅλη μας τήν ζωή, μὲ τὴν εὐχὴ αὐτή, παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς διατηρήσει σὲ διαρκῆ ἐγρήγορση, διότι τὸ τέλος δὲν τὸ γνωρίζουμε καὶ οἱ κίνδυνοι εἶναι μεγάλοι. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μιὰ ἀκόμα ὑπενθύμιση: Πώς, ἀργὰ ἢ γρήγορα, θὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος, ὄχι, ὡς δικαστὴς ἀλλὰ ὡς Πατέρας, θὰ ἐξετάσει ἂν βρεθήκαμε ἀντάξιοι τῆς ἀγάπης καὶ τῶν δωρεῶν Του.
Ἀδελφοί μου! Τὸ Τριώδιο ἀποτελεῖ σάλπισμα ἀφύπνισης, ὑπενθύμισης τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ τῶν κινδύνων τῆς ζωῆς. Ἀπὸ σήμερα, ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου, μέσῳ τῶν ὑπέροχων ἀκολουθιῶν ποὺ διαρκῶς θὰ αὐξάνονται, ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐνισχύσουμε τὴν πνευματική μας ἄμυνα ἐναντίον τῶν πειρασμῶν, ὥστε, μὲ καρδιὰ καθαρὴ καὶ ἀκράδαντη πίστη νὰ ζητοῦμε διαρκῶς ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅσα προαναφέραμε.
Ἂς μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ ἀτενίζουμε πάντοτε τὸ πρόσωπό Του καὶ νὰ βρίσκουμε τὸ θάρρος τῆς αὐτοκριτικῆς, προκειμένου, μέσῳ τῆς διαρκοῦς μετάνοιας, νὰ βυθίζουμε ὅλη μας τὴν ὕπαρξη στὸ πέλαγος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συγγνώμης Του. Ἀμήν.
Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ
† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ