Άγιος Νικόλαος Πλανάς: Συναξάρι ενός αγίου από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Μαρτίου)
Τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την αγιότητα του παπα-Νικόλα τις έχουμε από τον σύγχρονό του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης ήταν ψάλτης του, στο Εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, κοντά στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Έψαλλε στους εσπερινούς και τους όρθρους, στις λειτουργίες και τις ολονυκτίες, που τελούσε με κατάνυξη, αλλά και μεγαλοπρέπεια ο παπα-Νικόλας. Και μπόρεσε να εισδύσει στο βάθος της αγιασμένης αυτής ύπαρξης και να αντιληφθεί το πλήθος των χαρισμάτων της, τα οποία ήταν επιμελώς κρυμμένα κάτω από το κέλυφος της απλότητας και της ταπείνωσης, γιατί ήταν και εκείνος εντεταγμένος στην ίδια προοπτική, ήταν, δηλαδή, φορέας της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Τον ονομάζει άξιο λειτουργό του Υψίστου και τον αντιπαραβάλλει με τους «επαγγελματικούς ιερείς», όπως τους αποκαλεί, και συνεχίζει: «Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων … είναι αξιαγάπητος, είναι απλοϊκός και ενάρετος, είναι άξιος του πρώτου Μακαρισμού του Σωτήρος».
Τον παπα – Νικόλαο Πλανά, ασκητήν «οὐ τόν τόπον ἀλλά τόν τρόπον», τον συναντάμε από τον περασμένο ήδη αιώνα να κινείται μεταξύ του «Αη Παντελεήμονα», του «Αη Γιάννη», και του μικρού ναού του προφήτη Ελισσαίου, στην Πλάκα, όπου λειτουργούσε έχοντας στο δεξιό ψαλτήρι τον άγιο των ελληνικών γραμμάτων, τον κυρ – Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, και στο αριστερό, τον κυρ – Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, που αργότερα έγινε μοναχός «ἐν ὄρεσι καί σπηλαίοις καί ἐν ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς».
Ο σεμνός λευίτης της Αθήνας παπα – Πλανάς δήλωσε κάποτε ότι θα επιθυμούσε, όταν αποδημήσει εις Κύριον, να περιτριγυρίζεται «απ’ όλα τα φτωχαδάκια και τους απόκληρους της Αθήνας, όπου, στους δρόμους μιας ακοίμητης λειτουργικής ζωής και καθημερινής διακονίας αγωνιζόταν «ν’ αναγγείλει το λυτρωτικό του Κυρίου μήνυμα» στους φτωχούς, τους υπόδουλους, τους φυλακισμένους, τους τυφλούς, τους αρρώστους, στους κάθε λογής ανθρώπους του κοινωνικού περιθωρίου.
Το 1896, ο άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σε άρθρο του με τίτλο «Ἱερεῖς τῶν πόλεων καὶ ἱερεῖς τῶν χωρίων» αναφέρεται στην προσωπικότητα του Αγίου Νικολάου Πλανά από την Νάξο με κριτικό αλλά έντιμο τρόπο και τον προβάλλει ως υπόδειγμα απλού, πράου και ταπεινού ιερέα.
«Μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων ἱερέων ὑπάρχουσιν ἀκόμη πολλοὶ ἐνάρετοι καὶ ἀγαθοί, εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ χωρία. Εἶναι τύποι λαϊκοί, ὠφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ἂς μὴν ἐκφωνῶσι λόγους. Ἠξεύρουσιν αὐτοὶ ἄλλον τρόπον πῶς να διδάσκωσι τὸ ποίμνιον. Γνωρίζω ἕνα ἱερέα εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἶναι ὁ ταπεινότερος τῶν ἱερέων καὶ ὁ ἁπλοϊκώτερος τῶν ἀνθρώπων Διὰ πᾶσαν ἱεροπραξίαν ἂν τοῦ δώσῃς μίαν δρχμήν, ἢ πενήντα λεπτά, ἢ μίαν δεκάραν, τὰ παίρνει. Ἂν δὲν τοῦ δώσῃς τίποτε,δὲν ζητεῖ. Διὰ τρεῖς δραχμὰς ἐκτελεῖ παννύχιον Ἀκολουθίαν, Λειτουργίαν, Ἀπόδειπνον, Ἑσπερινόν, Ὄρθρον, Ὥρας∙ τὸ ὅλον διαρκεῖ ἐννέα ὥρας. Ἂν τοῦ δώσης μόνον δύο δραχμάς, δὲν παραπονεῖται. Κάθε ψυχοχάρτι φέρον τὰ μνημονευτέα ὀνόματα τῶν τεθνεώτων, ἀφοῦ ἅπαξ τοῦ τὸ δώσεις, τὸ κρατεῖ διὰ πάντοτε. Ἐπὶ δύο, τρία ἔτη ἐξακολουθεῖ νὰ μνημονεύη τὰ ὀνόματα. Εἰς κάθε προσκομιδὴν μνημονεύει δύο ἢ τρεῖς χιλιάδας ὀνόματα. δὲν βαρυέται ποτέ. Ἡ προσκομιδὴ παρ ̓ αὐτῷ διαρκεῖ δύο ὥρας. Ἡ Λειτουργία ἄλλας δύο. Εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς Λειτουργίας, ὅσα κομμάτια ἔχει ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ, ἀπὸ πρόσφορα ἢ αρτοκλασίαν, τὰ μοιράζει ὅλα εἰς ὅσους τύχουν. Δὲν κρατεῖ σχεδὸν τίποτε.
Μίαν φορὰν ἔτυχε νὰ χρεωστῇ μικρὸν χρηματικὸν ποσόν, καὶ ἤθελε νὰ τὸ πληρώσῃ. Εἶχε δέκα ἢ δεκαπέντε δραχμὰς, ὅλα εἰς χαλκόν. Ἐπὶ δύο ὥρας ἐμετροῦσεν, ἐμετροῦσεν καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὰ εὕρῃ πόσα ἦσαν. Τέλος εἷς ἄλλος χριστιανὸς ἔλαβε τὸν κόπον καὶ τοῦ τὰ ἐμέτρησεν. Εἶναι ὀλίγον τι βραδύγλωσσος καὶ περισσότερον ἀγράμματος. Εἰς τὰς εὐχάς, τὰς περισσοτέρας λέξεις τὰς λέγει ὀρθῶς, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τὰς περισσοτέρας ἐσφαλμένας. Θὰ εἴπητε, διατί ἡ ἀντίθεσις αὕτη; Ἀλλὰ τὰς εὐχὰς τὰς ἰδίας ἀπαγγέλλει καθ ἑκάστην, ἐνῷ τὴν δεῖνα περικοπὴν τοῦ Εὐαγγελίου, θὰ τὴν ἀναγνώσῃ ἅπαξ ἢ δίς ἤ, τὸ πολύ, τρὶς τοῦ ἔτους, ἐξαιρέσει ὡρισμένων περικοπῶν συχνά, ἀλλὰ ἀτάκτως ἐπανερχομένων, ὡς εἰς τοὺς Ἁγιασμούς, εἰς τὰς Παρακλήσεις. Τὰ λάθη ὅσα κάμνει εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, εἶναι, εἶναι πολλάκις κωμικά. Κι ὅμως ἐξ ὅλων τῶν ἀκροατῶν του, ἐξ ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος, κανείς μας δὲν γελᾶ. Διατί; Τὸν ἐσυνηθίσαμεν καὶ μᾶς ἀρέσει. Εἶναι ἀξιαγάπητος. Εἶναι ἁπλοϊκὸς καὶ ἐνάρετος. Εἶναι ἄξιος τοῦ πρώτου τῶν Μακαρισμῶν τοῦ Σωτῆρος.
Τώρα ὑποθέσατε ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἱερεὺς εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ ἱεροδισκαλεῖον, παλαιὸν ἢ νέον. Θὰ εἶχε διαφορὰν ἐπὶ τὸ βέλτιον; Θὰ ἦτο πασαλειμμένος μὲ ὀλίγα ἀτελῆ, κακοχώνευτα καὶ συγκεχυμένα γράμματα, μὲ περισσοτέραν οἴησιν καὶ ἀξιώσεις. Θα ἦτο διὰ τοῦτο καλύτερος;»
(Ἅπαντα, Ε, ἐκδ. δόμος, Ἀθήνα 1988, σελ.195)
Η Εκκλησία μας ανακήρυξε επισήμως ως άγιο τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά κατά την 135η Συνοδική Περίοδο (1991-1992) του Πανσέπτου Οικουμενικού Πατριαρχείου, με εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου Βαλληνδρά.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς