Η συγκλονιστική περιγραφή του Αγίου Διονυσίου για την Υπεραγία Θεοτόκο

 Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, κορυφαίος δικαστής και πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο οποίος μετά τη μεταστροφή του στον χριστιανισμό από το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου το 51μ.Χ., κατέστη ο ίδιος «εάρμοστον δοχεον το Παναγίου Πνεύματος», αφού αξιώθηκε τη θέα του αχράντου και ζωαρχικού σώματος της Υπεραγίας Θεοτόκου και με τον διά πυρός μαρτυρικό του θάνατο έγινε κληρονόμος της Ουρανίου Βασιλείας, για να πρεσβεύει αδιάλειπτα στον Θεό για τη σωτηρία όλων των χριστιανών.

 

 


 

Ο Άγιος Διονύσιος, τρία χρόνια μετά τη μεταστροφή του, επισκέφτηκε την Υπεραγία Θεοτόκο στα Ιεροσόλυμα, στο σπίτι του Εύαγγελιστού Ιωάννου, όπου εκείνη έμενε μετά την Ανάληψη τού Κυρίου. Να τί γράφει σχετικά με την επίσκεψη αυτή σε μιαν επιστολή του προς τον Απόστολο Παύλο:

 

Παραθέτουμε στη συνέχεια τη μαρτυρία για τη Θεομήτορα ενός συγχρόνου της, τού άγιου Διονυσίου τού Αρεοπαγίτη, μορφωμένου και ονομαστού Αθηναίου, πού μεταστράφηκε στη χριστιανική πίστη από τον Απόστολο Παύλο. Ό άγιος Διονύσιος, τρία χρόνια μετά τη μεταστροφή του, επισκέφτηκε την Υπεραγία Θεοτόκο στα Ιεροσόλυμα, στο σπίτι του Ευαγγελιστού Ιωάννου, όπου εκείνη έμενε μετά την Ανάληψη τού Κυρίου. Να τί γράφει σχετικά με την επίσκεψη αυτή σε μιαν επιστολή του προς τον Απόστολο Παύλο:

 

«Δεν πίστευα —το ομολογώ ενώπιον του Κυρίου, ώ θαυμάσιε οδηγέ και ποιμένα μας— ότι εκτός από τον Ύψιστο Θεό ήταν δυνατό να υπάρχει οποιοδήποτε πρόσωπο που να είναι γεμάτο από θεία δύναμη και θεία χάρη. Όμως, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί αυτό που είδα και κατάλαβα, όχι μόνο με τα ψυχικά μου μάτια αλλά και με τα σωματικά. Είδα, λοιπόν, με τα μάτια μου τη θεόμορφη και αγιότερη απ’ όλα τα ουράνια πνεύματα Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ήταν ένα δώρο της χάριτος τού Θεού, της συγκαταβατικότητας του κορυφαίου αποστόλου (Ιωάννου), καθώς και της απέραντης καλοσύνης, ευσπλαχνίας και ευμένειας της ίδιας της Παρθένου. Ομολογώ ξανά και ξανά μπροστά στον Παντοδύναμο Θεό, μπροστά στον Πανάγαθο Σωτήρα και μπροστά στην ένδοξη και πάντιμη Μητέρα Του, πώς, όταν με οδήγησε σ’ εκείνην, τη θεόμορφη και Παναγία Παρθένο, ο Ιωάννης, η κεφαλή των Ευαγγελιστών και των Προφητών, που, ενώ ζει με σάρκα, λάμπει όπως ο ήλιος στον ουρανό, με τύλιξε μία θεία λάμψη, λάμψη ζωηρή και αμείωτη, φωτίζοντάς με όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά, καθώς και μία υπερκόσμια, μία υπέροχη ευωδία με συνεχείς εναλλαγές.

 

Ούτε το πνεύμα μου ούτε το αδύναμο σώμα μου μπορούσαν να βαστάξουν τόσα και τέτοια σημεία, που συνιστούσαν πρόγευση της αιώνιας μακαριότητας και δόξας. Παρέλυσε η καρδιά μου και σχεδόν έσβησε το πνεύμα μου από τη θεία δόξα και χάρη της. Βεβαιώνω μπροστά στον Θεό πώς, αν δεν είχα φυλάξει στην καρδιά μου και στον νεοφώτιστο νου μου, τις θεόπνευστες διδαχές και υποθήκες Του, θα είχα θεωρήσει την Παρθένο θεό και θα την είχα προσκυνήσει έτσι όπως προσκυνούμε τον μόνο αληθινό Θεό.

 


 

 

Γιατί κανένας νους δεν μπορεί να φανταστεί για άνθρωπο δοξασμένο από τον Θεό δόξα ανώτερη από τη δόξα εκείνη πού αξιώθηκα εγώ, ο ανάξιος, να δω, ούτε μακαριότητα μεγαλύτερη από τη μακαριότητα που αξιώθηκα να γευθώ. Ευχαριστώ τον Ύψιστο και Πανάγαθο Θεό μου, την Παναγία Παρθένο, τον κορυφαίο Απόστολο Ιωάννη, καθώς κι εσένα, την ανώτατη και επισημότατη κεφαλή της Εκκλησίας, που σπλαχνικά μου φανέρωσε μία τέτοια ευεργεσία!».

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ. ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

 


 

 

κ τς ερς Μονς