
Όταν οι Τούρκοι ανησύχησαν με τις
επαναστατικές κινήσεις και με την παρουσία του Υψηλάντη, που υποκίνησε το
κίνημα από τη Ρωσία, ο σουλτάνος σε έναν γενικό ξεσηκωμό θα διέταζε γενική
σφαγή. Ο εθνομάρτυρας Πατριάρχης πληροφορήθηκε ότι ο σουλτάνος έδωσε εντολή με
σχετικό έγγραφο, με το οποίο θα κηρύσσονταν ιερός πόλεμος εναντίον των Ελλήνων.
Η σφαγή κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια του αμάχου πληθυσμού. Στην προσπάθειά του
ο Πατριάρχης να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να
παραπλανήσει τον Σουλτάνο με διπλωματική δεξιοτεχνία και να δώσει την ευκαιρία
στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους
επαναστάτες. Ο Εθνομάρτυρας θα ημπορούσε να φύγει και να σωθεί, όπως του
συνιστούσαν πολλοί από τους άρχοντες και ξένες πρεσβείες. Η απάντησή του είναι
το αντάξιο προοίμιο, στις ένδοξες σελίδες ιστορίας που γράφηκαν με το μαρτυρικό
του θάνατο:
«Μην με προτρέπετε εις φυγήν. Μάχαιρα θα
διέλθη τας ρύμας της Κων/πόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών
επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω εις πλοίον, ήτοι
κλεισθείς εν οικία οιουδήποτε ευεργετικού ημίν πρέσβεως να ακούω, πώς εις τας
οδούς οι δήμιοι κατακρεουργούν τον χηρεύσαντα λαόν! Ουχί. Εγώ διά τούτο είμαι
πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου, ουχί δε όπως δι’ εμού απολεσθή διά των
χειρών των Γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν από την
ζωήν μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες, εκπλαγέντες εκ της αδικίας του θανάτου
μου, δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως, πώς η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω προσώπω
μου. Οι δε Έλληνες, οι άνδρες της μάχης θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας,
όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην. Εις τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ'
υπομονής εις ό,τι και αν μοι συμβή. Σήμερον (Κυριακήν των Βαΐων) θα φάγωμεν
ιχθύας, αλλά μετά τινας ημέρας, και ίσως κατά ταύτην την εβδομάδα, ιχθείς θα
μας φάγωσι... Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας
οδούς της Οδησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των
αγυιών, να με δακτυλοδείκτουσι λέγοντες: «Ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης». Αν
το Έθνος μας σωθή και θριαμβεύση, τότε πέποιθα, θα μοι αποδώση θυμίαμα επαίνου
και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου… Υπάγω όπου με καλεί ο νους μου, ο
μέγας κλήρος του Έθνους και ο Πατήρ ο ουράνιος, ο μάρτυς των ανθρωπίνων
πράξεων».
Δεν έφυγε λοιπόν ο ηρωϊκός Πατριάρχης
επωμίσθηκε τον σταυρό του και αρνήθηκε την προσφορά της φυγαδεύσεως. Έμεινε
ορθός να αντιμετωπίσει γενναία την κατάσταση. Να δώσει, ως καλός ποιμήν, τη ζωή
του υπέρ του ποιμνίου, να προστατεύσει τον λαό από τη σφαγή. Επισκέπτεται τον
ισλάμη και του υπενθυμίζει με παρρησία τα προνόμια που παρεχώρησε ο πορθητής.
Εκείνος ζητά κάποια επίσημη διαβεβαίωση περί της μη συμμετοχής όλου του έθνους
στο κίνημα. Ο Τούρκος ισλάμης δίκαιος και φιλάνθρωπος, παίζει ο ίδιος με τη ζωή
του, ψάχνοντας να βρει τρόπο να βοηθήσει τους Χριστιανούς και να μην εκδώσει τα
έγγραφα που θα κήρυσσαν ιερό πόλεμο. Συσκέπτεται ο Πατριάρχης με τους
προκρίτους και τους αρχιερείς και δεν δυσκολεύεται να αποφασίσει. Εκδίδει τον
γνωστό αφορισμό της επαναστάσεως, βέβαιος ων ότι αυτό δεν θα είχε καμία
επίπτωση στον αγώνα, διότι θα καταλάβαιναν οι ηγέτες της επαναστάσεως ότι ο
αφορισμός είναι εικονικός, ότι έγινε μετά από πίεση και βία, μόνο και μόνο για
να αποφευχθεί η γενική σφαγή.
Στο έγγραφο της καταδίκης του,
αναφέρεται η αιτία του απαγχονισμού του, ημέρα του Πάσχα, στις 10 Απριλίου
1821: «…Ἀλλ’ ὁ ἄπιστος
Πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων… ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δὲν εἰδοποίησεν οὐδ’ ἐπαίδευσε τοὺς ἀπατηθέντας,
ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἦτο καὶ αὐτός,
ὡς ἀρχηγός, μυστικὸς συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως…
ἀντὶ νὰ
δαμάσῃ τοὺς ἀποστάτας
καὶ δώση πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὰ καθήκοντα ἐπιστροφῆς των, ὁ ἄπιστος
οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀνεφυεισῶν ταραχῶν… Ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς
προδοσίας του ὄχι μόνος εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄλεθρον
αὐτοῦ τοῦ ἔθνους
του, ἀνάγκη ἦτο νὰ λείψη ὁ ἄνθρωπος
οὗτος ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐκρεμάσθη πρὸς σωφρονισμὸ τῶν ἄλλων». Το ιερό του λείψανο
μετεκομίσθη στην Οδησσό και από εκεί στην Αθήνα την 25η Απριλίου 1871 μ.Χ.,
όπου εναπετέθη στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου
φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη λάρνακα. Στις 10 Απριλίου ο 1921
ανακηρύχθηκε άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Ελλάδος.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Δημητσάνης τὸν γόνον βυζαντίου τὸν πρόεδρον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἁπάσης, γέρας θεῖον καὶ καύχημα. Γρηγόριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς Μάρτυρα Χριστοῦ πανευκλεῆ, ἶνα λάβωμεν πταισμάτων τὸν ἱλασμόν, παρὰ Θεοῦ κραυγάζοντες. Δόξα τῷ δεδωκότι σου ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐν εὐκλείᾳ οὐρανῶν, δοξάσαντὰ σε Ἅγιε.
Μεγαλυνάριον
Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ λαοὶ, τὸν θεῖον Ποιμένα, καὶ ὑπέρμαχον
τῶν πιστῶν, τὸν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους,
καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας,
ἐν ξύλῳ ἠρτηθέντα,
ὡς ὁ Δεσπότης Χριστὸς.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς