
Σήμερα, η Εκκλησία μας εορτάζει τα
εγκαίνια του ναού της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, της Ζωοδόχου Πηγής και
τελείται πανήγυρις προς τιμήν της Θεοτόκου, με το όνομα Ζωοδόχος Πηγή του
Μπαλουκλί και υπάρχει ιερό χριστιανικό προσκύνημα με Αγίασμα, κτίσμα του 5ου
αιώνα μ.Χ. Βρίσκεται στην περιοχή Επταπυργίου στην Κωνσταντινούπολη, έξω από τη
δυτική πύλη της Σηλυβρίας, όπου ήταν τα λεγόμενα «παλάτια των πηγών» και οι
Βυζαντινοί Αυτοκράτορες παραθέριζαν την Άνοιξη. Πήρε την ονομασία του από το
τουρκικό όνομα Balık (=ψάρι) και περιλαμβάνει το μοναστήρι,
την Εκκλησία και το Αγίασμα. Στη Μονή σήμερα υπάρχει αδελφότητα από μοναχές. Οι
προσκυνητές ασπάζονται ευλαβικά το εικόνισμα της Παναγίας και λαμβάνουν ευλογία
από το Αγίασμα της Μονής.
Απ’ εδώ διαδόθηκε ο τύπος της Παναγίας
Ζωοδόχου Πηγής σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Η ψηφιδωτή παράσταση της εικόνας
σώζεται στον εσωνάρθηκα της Μονής της Χώρας. Σε ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού
από τον Αυτοκράτορα Λέοντα (457- 474 μ.Χ.), η Εκκλησία καθιέρωσε την εορτή της
Ζωοδόχου Πηγής κατ’ έτος, την Παρασκευή της Διακαινησίμου Εβδομάδος.
Η παράδοση αναφέρει ότι εκεί δίπλα στο
Αγίασμα, στις 23 Μαΐου 1453 μ.Χ. ένας καλόγερος τηγάνιζε ψάρια, όταν κάποιος
του έφερε την είδηση πως πήραν την Πόλη οι Τούρκοι. Ο καλόγερος απάντησε πως
μόνο αν τα ψάρια που τηγάνιζε έφευγαν από το τηγάνι και έπεφταν μέσα στο
Αγίασμα, θα πίστευε την είδηση. Και πραγματικά τα ψάρια ζωντάνεψαν και έπεσαν
μέσα στην πηγή του Αγιάσματος. Ο Γεώργιος Βιζυηνός έγραψε σχετικό ποίημα:
Το
Μπαλουκλί (Τα ψάρια της Ζωοδόχου Πηγής)
Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρη
την Πόλη την μεγάλη.
Σαράντα μέρες έκαμεν ο ‘γούμενος το ψάρι
στα χείλη του να βάλη.
Απ’ τες σαράντα κι ύστερα, πεθύμησε να
φάγη
τηγανισμένο ψάρι.
– Αν μας φυλάγ’ η Παναγιά καθώς μας εφυλάγει,
την Πόλη ποιος θα πάρη;
Ρίχτει τα δίχτυα στον γιαλό, τρία
ψαράκια πιάνει,
– Θεός να τα βλογήση!
Το λάδι βάλλει στην φωτιά μες στ’ αργυρό
τηγάνι,
για να τα τηγανίση.
Τα τηγανίζ’ από την μια, και πά’ να τα
γυρίση
κι από το άλλο μέρος.
Ο παραγιός του βιαστικά πετά να του
μιλήση,
και τάχασεν ο γέρος!
– Μην τηγανίζης, γέροντα, και μόσχισε το
ψάρι
στην Πόλη την μεγάλη!
Την Πόλη την εξακουστή οι Τούρκοι έχουν
πάρει,
μας κόβουν το κεφάλι!
– Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι
Αγαρηνού ποδάρια!
Με φαίνεται σαν ψεύμα!
Μ’ αν είν’ αλήθεια το κακό, να σηκωθούν
τα ψάρια
να πέσουν μες στο ρεύμα!
Ακόμ’ ο λόγος βάσταγε, τα ψάρι απ’ το
τηγάνι,
την μια μεριά ψημένα,
πηδήξανε κι επέσανε στης λίμνης την
λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.
Ακόμ’ ώς τώρα πλέουνε, κόκκιν’ από το
μέρος,
όπου τα είχε ψήσει.
Φυλάγουν το Βυζάντιο ν’ αναστηθή κι ο
γέρος
να τ’ αποτηγανίση.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α'.
Ὁ ναός σου Θεοτόκε ἀνεδείχθη παράδεισος, ὡς ποταμούς ἀειζώους ἀναβλύζων ἰάματα οἱ προσερχόμενοι πιστῶς, ὡς Ζωοδόχου ἐκ Πηγῆς, ρῶσιν ἀντλοῦμεν, καὶ ζωήν τὴν αἰώνιον, πρεσβεύεις γὰρ σὺ τῷ ἐκ σοῦ τεχθέντι, Σωτῆρι Χριστῷ, σωθῆναι τὰς ψυχάς ἡμῶν.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἡ ἀναβλύζουσα
Θεῖον ὕδωρ ἀθάνατον, ἡ προχέουσα ρεῖθρα ζωῆς ἀέναα:
τοῖς προστρέχουσι πιστῶς τῇ Ζωοδόχῳ σου Πηγῇ και ταῦτα ἀρυoμένοι, βραβεύεις νῦν τε
Παρθένε ρῶσιν καὶ θεραπείαν, καὶ συμφορῶν ἀπολύτρωσιν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς
