Μέγας υμνογράφος και έξοχος μελωδός της Εκκλησίας (6ος
αι.), ονομάσθηκε Πίνδαρος της Εκκλησίας. Είναι ποιητής των ύμνων, οι οποίοι καλούνται
κοντάκια στη βυζαντινή γλώσσα. Η γλώσσα των κοντακίων είναι η κοινή βυζαντινή
λειτουργική γλώσσα με ορισμένους αρχαϊσμούς.
Ο άγιος Ρωμανός εποίησε
εκατοντάδες κοντάκια, αφιερωμένα στις δεσποτικές και θεομητορικές εορτές και
στις επίσημες εορτές των αγίων. Στην ποίησή τους ξαναζεί το αρχαίο ελληνικό
πνεύμα, συνδεόμενο με τη χριστιανική πίστη, απόδειξη του άρρηκτου δεσμού και
της συνέχειας του ελληνισμού και χριστιανισμού. Στην ιστορία της ελληνικής και
βυζαντινής φιλολογίας, οι ύμνοι του Ρωμανού από λογοτεχνική άποψη θεωρούνται άψογοι
και εκλεκτοί από ειδικούς και σοφούς κριτικούς.
Ο άγιος Ρωμανός καταγόταν από την Έμεσα της Συρίας και αφού
υπηρέτησε ως διάκονος στον ιερό Ναό της Αναστάσεως, στη Βηρυτό, μετέβη στην
Κων/πολη επί αυτοκράτορος Αναστασίου Α΄ (496 μ.Χ.). Εκεί διακονούσε στο ναό της
Υπεραγίας Θεοτόκου, που έκτισε ο έπαρχος Κύρος και (ἐν τοῖς Κύρου) προσευχόταν νυχθημερόν.
Σε
αγρυπνία στην εορτή των Χριστουγέννων, του παρουσιάσθηκε η Θεοτόκος σε όνειρο
και του πρόσφερε ένα βιβλίο να το καταφάει. Η ψυχή του γέμισε κατάνυξη,
συνέθεσε το κοντάκιο «Ἡ
Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει..»
και το έψαλλε. Από τότε ο Ρωμανός έγραψε χίλιες περίπου συνθέσεις, από τις οποίες
διασώθηκε μόνο το ένα δέκατο. Πολυποίκιλα τα θέματά του. Αναδείχθηκε ο
μεγαλύτερος μελωδός της Εκκλησίας. Εκοιμήθη εν ειρήνη το 555 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς σάλπιγξ θεόληπτος, τῶν οὐρανίων ᾠδῶν, ἐνθέως ἐφαίδρυνας,
τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, τοὶς θείοις σου ἄσμασι, σὺ γὰρ τῆς Θεοτόκου,
ἐμπνευσθεῖς τὴ ἑλλάμψει, ἔνθεος ὑμνηπόλος, ἐγνωρίσθης ἐν κόσμῳ,
διὸ σὲ πόθω τιμῶμεν, Ρωμανὲ Ὅσιε.
Ἐκ
τῆς
Ἱερᾶς
Μονῆς


