Η αγία Θέκλα καταγόταν από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας και ήταν
κόρη εθνικής οικογένειας τη μητέρα της την έλεγαν Θεόκλεια και ήταν φανατική
ειδωλολάτρης. Η Θέκλα πλησίασε την χριστιανική πίστη, όταν ο Απόστολος Παύλος
περιόδευε κηρύττοντας το Ευαγγέλιο του Χριστού στο Ικόνιο, που το
πραγματοποιούσε στην οικία του ευσεβούς Ονησιφόρου. Εν τω μεταξύ, η Θέκλα
δεκαοκτώ ετών είχε μνηστευθεί κάποιον εθνικό ονόματι Θάμυρη. Όταν αυτός και η
μητέρα της Θεόκλεια αντιλήφθηκαν ότι είχε μεταστραφεί στην χριστιανική πίστη,
προσπάθησαν να την πείσουν να αλλάξει την απόφασή της.
Η Θέκλα όμως είχε ήδη αγαπήσει τον «ὡραῖον κάλλει παρά πάντας τοὺς βροτούς», ακούγοντας
από τον Απόστολο Παύλο το λόγο περί παρθενίας. Όταν η μητέρα με τον μνηστήρα
είδαν ότι αυτό ήταν ανώφελο, κατέδωσαν ως υπεύθυνο τον Απόστολο Παύλο στον
ηγεμόνα Καστίλιο, ο οποίος τελικά αφού τον φυλάκισε, τον απέλασε. Τότε η Θέκλα
εγκατέλειψε τον μνηστήρα της και ακολούθησε τον Απόστολο Παύλο στην Αντιόχεια
της Πισιδίας, θέλοντας να υπηρετήσει και αυτή το Ευαγγέλιο του Χριστού. Πολλές
φορές καταδιωγμένη κι από την ίδια τη μητέρα της υπέστη πολλά μαρτύρια, αλλά η
πίστη στο Χριστό, την έσωσε από την πυρά κι από τα θηρία. Από την Αντιόχεια
μετέβη στα Μύρα της Λυκίας, για να συναντήσει τον Απόστολο Παύλο και από εκεί
στη Σελεύκεια, όπου κατέφυγε στο όρος Καλαμών, διαδίδοντας καθημερινά τη
χριστιανική πίστη. Εκοιμήθη εν ειρήνη σε ηλικία ενενήντα ετών, στις 24
Σεπτεμβρίου.
Θέκλα: Μία μεγάλη αγία, γενναία στο φρόνημα, που αγάπησε με θείο
έρωτα τον Νυμφίο Χριστό, πάνω από όλα τα γήινα και από όλους τους ανθρώπους.
Είναι σημείο αναφοράς και υπόδειγμα για το γυναικείο φύλο.
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκονται στις Μονές
Μεγ. Λαύρας και Διονυσίου Αγίου Όρους, στη Μονή Κύκκου Κύπρου και στον ομώνυμο
Ναό Λάρνακος Κύπρου, στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως και
στο Ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων Βενετίας.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ Παύλου συνέκδημος, ὡς καθαρά τὴν ψυχήν, καὶ πρώταθλος πέφηνας, ἐν γυναιξὶν εὐκλεῶς, Χριστὸν ἀγαπήσασα, σὺ γὰρ τῆς εὐσέβειας, πτερωθεῖσα τῷ πόθῳ, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, Ἰσαπόστελε Θέκλα, διὸ σὲ ὁ Πανοικτίρμων νύμφην ἠγάγετο.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς
Τῆς παρθενίας τῷ κάλλει ἐξέλαμψας, μαρτυρίου στεφάνῳ κεκόσμησαι, ἀποστολὴν πιστεύῃ Παρθένε ὡς ἔνδοξος, καὶ τοῦ πυρὸς μὲν τὴν φλόγα, εἰς δρόσον μετέβαλες, τοῦ ταύρου δὲ τὸν θυμόν, προσευχῇ σου ἡμέρωσας ὦ Πρωτόαθλε.
Εκ της Ιεράς Μονής
